TPL_GK_LANG_MOBILE_MENU

A+ A A-

ΦΡΑΝΚ ΑΜΠΝΕΥ ΑΣΤΙΓΞ : ΕΝΑΣ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ

Το 1821, ξέσπασε η επανάσταση των Ελλήνων, οι οποίοι απεπειράθησαν για πολλοστή φορά να απελευθερωθούν από τον μακραίωνο ζυγό των Οθωμανών. Ο αγώνας τους προκάλεσε αίσθηση διεθνώς και πολλοί ξένοι έσπευσαν να τους βοηθήσουν. Οι περισσότεροι (δυστυχώς, όμως, όχι όλοι) είχαν ανιδιοτελή κίνητρα. Ο Βρεταννός αξιωματικός του ναυτικού Φράνκ Άμπνεϋ Άστιγξ (Frank Abney Hastings) συγκαταλέγεται αναμφισβήτητα μεταξύ όσων αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και ηρωϊσμό υπέρ της ελληνικής υποθέσεως, προσφέροντας ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες του και ένα μέρος της περιουσίας του. Ο αγώνας του αυτός επισφραγίσθηκε με τον θάνατό του, λίγο πριν την επιτυχή ολοκλήρωση της επαναστάσεως των Ελλήνων.
 
Γεννήθηκε πιθανότατα στο Huntingdon, την 14η Φεβρουαρίου του 1794. Ήταν ο δεύτερος υιός του ανωτάτου αξιωματικού Καρόλου Άστιγγος και της Παρνέλ Άμπνεϋ. Γόνος αριστοκρατικής οικογενείας, απεφάσισε από νωρίς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία. Το 1805, κατετάγη στο Βασιλικό Ναυτικό και συμμετείχε στην ναυμαχία του Τραφάλγκαρ. Τα επόμενα έτη, ανέβηκε την σκάλα της ιεραρχίας αλλά ένα ατυχές περιστατικό στο Πορτ Ρουαγιάλ της Τζαμάϊκα οδήγησε στην αποπομπή του, το 1819.  Κατόπιν, μετέβη στην Γαλλία, όπου παρέμεινε επί έναν χρόνο. Εκεί, πληροφορήθηκε την Επανάσταση των Ελλήνων.
Την 12η Μαρτίου 1822, επεβιβάσθη επί σουηδικού πλοίου και απέπλευσε από την Μασσαλία με προορισμό την Ελλάδα. Την 3η Απριλίου, απεβιβάσθη στην Ύδρα, συνοδευόμενος από τον Αμερικανό φίλο του  Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis). Αμέσως, έγινε δεκτός από τον Γιακουμάκη και τον Μανώλη Τομπάζη. Λίγο μετά, εντάχθηκε στο επαναστατικό ναυτικό των Ελλήνων, που τελούσε υπό τις διαταγές του Ανδρέα Μιαούλη, και υπηρέτησε στο σκάφος «Θεμιστοκλής». Αυτή την περίοδο, όπως και αργότερα με την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Άστιγξ επιχείρησε να πείσει και να προσανατολίσει τις ελληνικές Αρχές προς τον εκσυγχρονισμό των ναυτικών μέσων που αυτές χρησιμοποιούσαν. 
Σύντομα, διεπίστωσε ότι οι Έλληνες πόρρω απείχαν από το να εφαρμόζουν το βρετανικό σύστημα πειθαρχίας. Κατέληξε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι για να συγκροτηθεί ένα πραγματικά αποτελεσματικό Επαναστατικό Ναυτικό θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί η συγκεκριμένη φθοροποιός νοοτροπία και να υπάρξει αποδοχή κανόνων και ιεραρχίας. Δυστυχώς, η άποψή του ήταν πρακτικώς ανεφάρμοστη, κατά τα πρώτα χρόνια του αγώνος. Υπέβαλε, λοιπόν, την παραίτησή του από το ναυτικό και η κυβέρνηση τον τοποθέτησε στο πυροβολικό με τον βαθμό του χιλίαρχου.
Δυστυχώς, οι καινοτομίες τις οποίες εισήγαγε σε αυτό απέτυχαν οικτρά, όπως διεφάνη κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Εντούτοις, οι Έλληνες εξετίμησαν τις προσπάθειές του και διορίσθη «αρχηγός της πυροβολικής οπλοφορίας δια την εκστρατείαν της νήσου Κρήτης» από το Εκτελεστικό, τον Μάϊο του 1823.  Η εκστρατεία απέτυχε μετά την ανάμειξη των Αιγυπτίων και ο Άστιγξ επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Λίγο μετά, έφθασε στην Ελλάδα ο Λόρδος Βύρων (Lord George Gordon Byron VI). Ο Άστιγξ εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να υποβάλει εκ νέου τις προτάσεις του και να εκθέσει τα σχέδιά του για την βελτίωση της αποτελεσματικότητος του ελληνικού στόλου. Αν και τα προαναφερθέντα δεν έγιναν αποδεκτά, ο Βρεταννός αξιωματικός δεν απογοητεύθηκε. Επανήλθε, υποβάλλοντας στην κυβέρνηση ένα υπόμνημα σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις που θα έπρεπε να γίνουν στο πυροβολικό των σκαφών, τονίζοντας την ανάγκη ενισχύσεως των επαναστατικών δυνάμεων με ατμοκίνητα πλοία. Αυτή την φορά οι προτάσεις του έγιναν δεκτές (καθώς η άφιξη του στόλου των Αιγυπτίων είχε μεταβάλει επί τα χείρω για τους Έλληνες τους συσχετισμούς στην θάλασσα) και ανεχώρησε για την πατρίδα του, φιλοδοξώντας να προχωρήσει στην ναυπήγηση της πρώτης ατμοκίνητης μοίρας των επαναστατημένων Ελλήνων.
Την εποχή εκείνη, είχαν ήδη γίνει ορατά τα πρώτα σημάδια μεταβολής της βρεταννικής πολιτικής στο λεγόμενο «Ελληνικό Ζήτημα». Καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή αυτή έπαιξε ο νέος υπουργός Τζωρτζ Κάννινγκ (Georges Canning), ο οποίος δεν επιθυμούσε να αφήσει στην Ρωσσία την δυνατότητα όπως εκμεταλλευθεί τις περιστάσεις (και δη το κοινό θρησκευτικό δόγμα με τους Έλληνες) για να ενισχύσει την θέση της στην Εγγύς Ανατολή. Άλλωστε, το Λονδίνο είχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περιοχή, καθώς είχε θέσει «υπό την προστασία του» τις Ιόνιες Νήσους. Στο πλαίσιο αυτό, έλαβε χώρα η σύναψη του πρώτου δανείου μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και βρεταννικών τραπεζικών οίκων. Αρχικώς, οι επαναστατημένοι ‘Έλληνες είχαν αναζητήσει προσόδους από την εσωτερική αγορά με περιορισμένα, όμως, αποτελέσματα. Τον Αύγουστο του 1821, το μέλος της Φιλικής Εταιρίας Π. Σέκερις έγραψε στον αδελφό του στην Ύδρα, συστήνοντας την προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό έστω και με «ενέχυρο» την Κύπρο ή την Κρήτη. Σημειωτέον ότι της ιδίας απόψεως ήταν και οι πρόκριτοι των νήσων (Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρρά), όπως διαφαίνεται από σχετική επιστολή τους προς τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο. Εντούτοις, οι πρώτες απόπειρες απέβησαν άκαρπες, καθώς το διεθνές κλίμα ήταν αρνητικό για τους επαναστατημένους. Η πρώτη αχτίδα φωτός διεφάνη με τον δανεισμό κρατών της Λατινικής Αμερικής, το 1823. Εν τω μεταξύ, ο Λόρδος Βύρων «ενημέρωσε» τον Αλεξ. Μαυροκορδάτο ότι η κυβέρνησή του θα δυσαρεστείτο εάν οι Έλληνες δεν κατέφευγαν σε αυτήν για την εξασφάλιση δανείου. Λίγο μετά, συνεκροτήθη και μία επιτροπή με μέλη τους : Ιωαν. Ορλάνδο, γαμπρό των Κουντουριώτηδων, Ανδρ. Λουριώτη, επιστήθιο φίλο του Μαυροκορδάτου, και Ιωαν. Ζαΐμη. Αυτοί εξουσιοδοτήθηκαν από το Εκτελεστικό να μεταβούν στο Λονδίνο με σκοπό την σύναψη δανείου ύψους 4.000.000 ισπανικών ταλλήρων. Η επιτροπή καθυστέρησε να αναχωρήσει, λόγω ελλείψεως χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού, τα οποία κάλυψε με δάνειο ο Λόρδος Βύρων. Την 26η Ιανουαρίου 1824, ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα. Επηκολούθησαν σχοινοτενείς διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην σύναψη δανείου ύψους 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (την 9η / 20η Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου ετέθησαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Δυστυχώς, στην Ελλάδα έφθασαν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε ορισθεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες.  Στην σύναψή του βοήθησε σημαντικά και το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, το οποίο είχε συσταθεί από 87 επιφανείς προσωπικότητες του δημοσίου βίου (αξιωματικούς, βουλευτές, διανοουμένους κ.α.). 
Λίγο μετά, έλαβε χώρα η «αίτησις προστασίας» (η οποία έμεινε στην ιστορία ως πράξη υποτέλειας) και ο Άστιγξ εθεώρησε ότι είχε διαμορφωθεί ένα ευνοϊκό κλίμα για τους Έλληνες στην  βρεταννική κοινή γνώμη. Μολαταύτα, αντιμετώπισε μεγάλα και ανυπέρβλητα προβλήματα για την ευόδωση του ναυτικού σχεδίου του. Ως εκ τούτου, αναγκάσθηκε να αποτανθεί γραπτώς τόσο στον Μαυροκορδάτο όσο και στον Λόρδο Βύρωνα για την εξασφάλιση πόρων, δίχως να επιτύχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Η πτώση του Μεσολογγίου, όμως, ώθησε την ελληνική κυβέρνηση να μεταβάλει πολιτική, θεωρώντας επιτακτική ανάγκη την άμεση ενίσχυση του ναυτικού. Στο πλαίσιο αυτό, απεφασίσθη η ισχυροποίηση του στόλου και η προμήθεια έξι ατμοκίνητων πολεμικών, εκ των οποίων μόνον το ένα, η «Καρτερία», παρελήφθη εγκαίρως. Το 1827, κατέπλευσε η «Επιχείρηση» και το 1828 ο «Ερμής», ενώ τα υπόλοιπα τρία σκάφη δυστυχώς σάπισαν στον Τάμεση και ουδέποτε παρελήφθησαν! 
Η «Καρτερία» ναυπηγήθηκε υπό την προσωπική επίβλεψη του Άστιγγος στο Deptford, στις όχθες του Τάμεση. Ήταν εκτοπίσματος 233 τόνων και εκινείτο από δύο μικρές ατμομηχανές των 85 ίππων, αναπτύσσοντας μέγιστη ταχύτητα 7 κόμβων. Διέθετε τέσσερα ιστία με ημιολική ιστιοφορία. Έφερε τέσσερα ισχυρά πυροβόλα των 68 λιβρών και 4 καρονάδες Paixhans των 68 λιβρών. Το πλήρωμά της αποτελείτο από  17 αξιωματικούς, 22 υπαξιωματικούς, 32 πυροβολητές και 4 εσχαρείς (δηλ. μάγειρες). Η αγορά της φαίνεται ότι επετεύχθη είτε με έξοδα του ιδίου του Άστιγγος  είτε με χρηματική ενίσχυση του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου. Σημειωτέον ότι το σκάφος νηολογήθηκε στο όνομα του Άστιγγος προς αποφυγή διπλωματικών περιπλοκών στις βρεταννο-οθωμανικές σχέσεις. 
Το πλοίο απέπλευσε με κυβερνήτη τον ίδιο αλλά εν πλω έπιασε φωτιά. Τελικώς, το σκάφος έφθασε στον Αργολικό κόλπο, την 4η Σεπτεμβρίου του 1826. Ο Άστιγξ έθεσε αμέσως τον εαυτό του στις υπηρεσίες της ελληνικής κυβερνήσεως, η οποία απεφάσισε την μετάθεσή του στο ναυτικό με τον βαθμό του αντιπλοιάρχου. Ο ίδιος μερίμνησε για την επάνδρωση του σκάφους και επιμελήθηκε προσωπικά της εκπαιδεύσεως του πληρώματός του, αποτελουμένου από Βρεταννούς, Έλληνες και Σουηδούς. Η πρώτη του αποστολή έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της επιχείρησης υποστήριξης της επαναστατικής αποβατικής δυνάμεως στο Φάληρο, τον Ιανουάριο του 1827.
Την 16η Ιανουαρίου, οι πολιορκούμενοι της Ακροπόλεως διέκριναν στα ύδατα του Σαρωνικού την ελληνική μοίρα, αλλά ιδιαίτερη εντύπωση τους προξένησε η «Καρτερία», καθώς ουδέποτε είχαν δει πλοίο το οποίο να κινείται χωρίς την βοήθεια του ανέμου. Οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να αποβιβασθούν στην ακτή, καλυπτόμενες από το συνεχές και εύστοχο πυρ των ανδρών της «Καρτερίας». Αυτό εξουδετέρωσε την αμυντική διάταξη του εχθρού με αποτέλεσμα οι ελληνικές δυνάμεις (υπό την διοίκηση του φιλέλληνα Βρεταννού Συνταγματάρχη Τόμας Γκόρντον - Thomas Gordon) να καταλάβουν τα οχυρά της Καστέλλας, επί των οποίων εγκατέστησαν εννιά (9) πυροβόλα.
Εν συνεχεία, η «Καρτερία» εισέπλευσε εντός του λιμένος του Πειραιώς, αιφνιδιάζοντας πλήρως τον εχθρό. Οι Τούρκοι θεωρούσαν αδύνατη την είσοδο ενός πλοίου στον λιμένα, καθώς αυτός είχε πολλά αβαθή σημεία. Τα υπόλοιπα σκάφη της ναυτικής μοίρας παρέμειναν στα ύδατα του Φαλήρου και έβαλαν κατά των δυνάμεων του Κιουταχή, οι οποίες επιχειρούσαν να ανακαταλάβουν την Καστέλλα. Οι Τούρκοι προσεπάθησαν να καλυφθούν και μετεκινήθησαν προς την Πειραϊκή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, εξέθεσαν εαυτούς στο πυρ της «Καρτερίας». Οι άνδρες του σκάφους έβαλαν κατά της Μονής του Αγίου Σπυρίδωνος, εντός της οποίας ήταν οχυρωμένοι 300 Τουρκαλβανοί.. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατέστη αδύνατη η διεξαγωγή της εφόδου τους προς τα υψώματα της Καστέλας, η οποία θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για τους Έλληνες, αφού ο εχθρός υπερτερούσε αριθμητικά σε αναλογία 5 προς 1. Σύντομα, τα εχθρικά στρατεύματα έστρεψαν ένα από τα κανόνια τους κατά της «Καρτερίας». Ο Άστιγξ έκανε ελιγμό και το σκάφος κάθισε στα αβαθή. Διέταξε, όμως, να συνεχισθεί το καταιγιστικό πυρ, το οποίο υπεχρέωσε τους Τουρκαλβανούς σε άτακτη υποχώρηση.
Η επιχείρηση είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία, αν και το σκάφος ήταν διάτρητο από σφαίρες. Επρόκειτο για την πρώτη ενεργό συμμετοχή ατμοπλοίου σε ναυμαχία στα ναυτικά χρονικά. Αργότερα, το σκάφος συμμετείχε (υπό την διοίκηση του Άστιγγος) σε πληθώρα άλλων σημαντικών επιχειρήσεων όπως σε αυτές των Αθηνών, της Ερέτριας και του Ωρωπού. Η δράση της «Καρτερίας» αιφνιδίασε τους Τούρκους και εισήγαγε στον κατά θάλασσα αγώνα μια νέα επιχειρησιακή παράμετρο, αυτήν της συνδυαστικής αξιοποιήσεως της μηχανοκίνητης ισχύος με τα πυροβόλα. Το ναυτικό των επαναστατημένων Ελλήνων αξιοποιούσε ένα όπλο τεχνολογικής αιχμής της εποχής, εξ αιτίας του Άστιγγος. 
Τον Απρίλιο του 1827, ο Βρεταννός αξιωματικός, επικεφαλής ναυτικής μοίρας πέντε πλοίων («Καρτερία», «Θεμιστοκλής», «Άρης», «Ασπασία», «Παναγία»), εισήλθε στον Παγασητικό Κόλπο όπου με ναυτικό βομβαρδισμό κατέστρεψε τουρκικά παράκτια οχυρά στον Βόλο, παρέδωσε στις φλόγες έναν πάρωνα στο Τρίκερι και αιχμαλώτισε οκτώ μεταγωγικά, τα οποία μετέφεραν εφόδια στον εχθρό. Το εν λόγω περιστατικό έχει περιγραφεί ως ακολούθως :
«Ένα(ν) μετά ταύτα μήνα ο Άστιγξ περιπλεύσας την Εύβοιαν έπλεε προς βορράν όπως αναλάβη την αρχηγίαν της μοίρας της αποκλειούσης από των μέσων του χειμώνος τους κόλπους Μαλιακόν και Παγασητικόν. Την μοίραν ταύτην απετέλουν το τριΐστιον κορβέτον “Θεμιστοκλής” υπό τον κυβερνήτην Αντώνιον Ραφαήλ, ο μέγας πάρων “Άρης” υπό τον πλοίαρχον Αντώνιον Κριεζήν, η “Ασπασία” υπό κυβερνήτην τον Αδιανόν και η “Παναγία” υπό τον Λάζαρον Νέγκαν, εις α προσετίθετο και η “Καρτερία”. Ο Άστιγξ, εισδύσας εις τον Παγασητικόν, απέσπασε τον “Θεμιστοκλήν” και τον “Άρην” κατά του τουρκικού πυροβολείου του προασπίζοντος τον είσπλουν του λιμένος του Βόλου. Τα δύο σκάφη μετά λαμπράς ορμής προσβάλοντα αυτό κατεπυροβόλησαν εξ αποστάσεως τετρακοσίων μόνον μέτρων, “εντός τυφεκίου βολής” συνέτριψαν και κατεσίγασαν αυτό. Επικεφαλής τότε ομάδος κανονιοφόρων λεμβών αυτός ο μοίραρχος Άστιγξ, εισελθών εις τον λιμένα, κατώρθωσεν μετά τετράωρον μάχην μετά των κανονιοστασίων της πόλεως, βαλλομένων εξ αποστάσεως και υπό των πλοίων του στόλου, να κυριεύση, επανδρώση και σύρη έξω του λιμένος, εκ των εν αυτώ καταφυγόντων τουρκικών πλοίων, πέντε πάρωνας, να καύση δύο και ν’ αφιστώση τον όγδοον. Εκείθεν επανέπλευσε νύκτωρ την 22 Μαρτίου εις Τρίκερι ίνα αφαρπάσει τον εκεί ναυλοχούντα ισχυρόν πολέμιον πάρωνα, δεκατεσσάρων πυροβόλων των 24 λιβρών και δύο όλμων, και τέσσαρας ημιολίας προασπιζομένας πάσας υπό των εγγύς υψηλών βράχων, εφ ων είχε χαρακωθεί ισχυρόν σώμα Αλβανών, και υπό επακτίων τουρκικών πυροβολείων, εξ εν όλω, άτινα καθίστων κινδυνωδεστάτην την προσπέλασιν του ελληνικού στόλου. Μετά σύντομον συμπλοκήν κατεδείχθη ότι αδύνατος ήτο η άλωσις του βρικίου. Ο Άστιγξ απεφάσισε τότε να κατακαύση εξ αποστάσεως τον πάρωνα, παραμελών τας ημιολίας, αίτινες εστερούντο πάσης πολεμικής αξίας. Μακρυνθείς εκεραυνοβόλησε και ενέπρησε εντός βράχεος τον πάρωνα».   
Τον Ιούνιο, η «Καρτερία» έλαβε μέρος με άλλα 21 πλοία στην παράτολμη επιχείρηση κατά της Αλεξάνδρειας, ρυμουλκούμενη (για οικονομία καυσίμων) από άλλο σκάφος. Τον Σεπτέμβριο του 1827, η «Καρτερία» εισήλθε στον Κορινθιακό κόλπο μέσω των πολυβολείων του Ρίου και του Αντίριου. 
Την 17η του μηνός εκείνου, αγκυροβόλησε προ του εχθρού, που ναυλοχούσε στον όρμο της «Αγκάλης» στην δυτική πλευρά του κόλπου της Ιτέας. Σημειωτέον ότι οι Τούρκοι υποστηρίζονταν και από ξηράς με επίλεκτο σώμα 500 ανδρών και πυροβόλα, τα οποία χειρίζονταν Ευρωπαίοι πυροβολητές. Επηκολούθησε σφοδρή ανταλλαγή πυρών, η οποία διήρκεσε επί μισή ώρα. Σε αυτήν, οι εύστοχες βολές των ανδρών του ελληνικού πλοίου (και των άλλων βοηθητικών σκαφών)  έπληξαν καίρια την εχθρική ναυαρχίδα, η οποία ανετινάχθη. Επίσης, κατεστράφησαν άλλα 6 πολεμικά σκάφη του εχθρού καθώς και 3 αυστριακά πλοία ανεφοδιασμού, ήτοι 9 σκάφη από τα 11 εχθρικά πλοία, τα οποία ναυλοχούσαν στην περιοχή, ενώ αχρηστεύθηκαν και τα πυροβολεία της ξηράς.   
Το περιστατικό έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στην συλλογική μνήμη ως «ναυμαχία της Σκάλας Σαλώνων», «ναυμαχία της Αγκάλης» ή «ναυμαχία της Ιτέας». Η σημασία της καταστροφής των εχθρικών πλοίων ήταν τεράστια, καθώς μόλις ένα ατμοκίνητο πλοίο κατάφερε να μεταβάλει την ισορροπία στη θάλασσα ασφαλίζοντας τον Κορινθιακό και εκκαθαρίζοντάς τον από τον εχθρικό στόλο. Ο Ιμπραήμ έθεσε ως θέμα υψίστης προτεραιότητος την καταστροφή του συγκεκριμένου σκάφους.  Εντούτοις, δεν πρόλαβε, καθώς ο στόλος του βυθίστηκε στο Ναυαρίνο, τον επόμενο μήνα. Πάντως, ο Άστιγξ εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία και χωρίς να χάσει χρόνο προσέβαλε με σημαντική επιτυχία αρχικώς τα οχυρά του Ρίου και ακολούθως τα οχυρά των νησιών της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου. Ως επικεφαλής μοίρας, επέβαλε πλήρη ναυτική κυριαρχία στον Κορινθιακό κόλπο. Η αποφασιστικότητά του ήταν τέτοια ώστε δεν εδίστασε να στρέψει τα πυροβόλα της «Καρτερίας» και να βυθίσει ακόμη και ένα πλοίο που έφερε αυστριακή σημαία, καθώς αυτό επεχείρησε να παραβιάσει τον ναυτικό αποκλεισμό των τουρκοκρατούμενων Πατρών. Τον Νοέμβριο του 1827, ο Άστιγξ προσέβαλε το Βασιλάδι, το οποίο κατέλαβε μετά από σφοδρό ναυτικό βομβαρδισμό.  Το Βασιλάδι αποτελούσε μια οχυρή θέση-κλειδί για την ανακατάληψη του Μεσολογγίου. Τέλος, τον επόμενο μήνα, ο κυβερνήτης τον διόρισε διοικητή της Μοίρας του Κορινθιακού, η οποία μετονομάσθηκε σε Μοίρα Δυτικής Ελλάδος.
Είναι αξιομνημόνευτο ότι καθ’ όλη την διάρκεια του έτους εκείνου, το πλοίο έβαλε 18.000 βλήματα, σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία του ιδίου του Άστιγγος. Σημειωτέον ότι, παρά την εξαιρετική επικινδυνότητα των πυρομαχικών και των πυροβόλων νέου τύπου, τα οποία είχαν προκαλέσει θανατηφόρα ατυχήματα στο εξωτερικό, ουδένα παρόμοιο περιστατικό έλαβε χώρα επί της «Καρτερίας». Αυτό οφείλεται αναμφιβόλως στην αυστηρή πειθαρχία και την προσωπική επίβλεψη του Άστιγγος! Ο Βρεταννός αξιωματικός έθεσε ως βασική προτεραιότητά του την απελευθέρωση του Μεσολογγίου προκειμένου να προσφέρει στον Καποδίστρια ένα διπλωματικό όπλο για την μετάθεση των ελληνικών συνόρων προς βορράν. Στο πλαίσιο αυτό, προχώρησε στον κανονιοβολισμό του Αιτωλικού, τον Μάρτιο του 1828.
Την 27η Απριλίου / 9η Μαΐου του ιδίου έτους, ο Βρεταννός αξιωματικός απηύθυνε στον Μαυροκορδάτο μία ιδιόχειρη επιστολή από το Αίγιο. Αξιοσημείωτο είναι ότι και αυτό το κείμενο ήταν συντεταγμένο στα γαλλικά. Ο Άστιγξ ανέφερε συνοπτικά ότι είχε λάβει την από 23ης Απριλίου διαταγή του τυπικώς προϊσταμένου του Φαναριώτη πολιτικού για να επιστρέψει προς συνάντηση του κυβερνήτη. Υπενθύμισε, όμως, ότι μόλις προ ολίγων ημερών είχε λάβει μία άλλη διαταγή του ιδίου του κυβερνήτη περί παραμονής του στον Κορινθιακό κόλπο. Ο Βρεταννός αξιωματικός σημείωνε ότι θα εφήρμοζε την νεότερη διαταγή του άμεσα προϊσταμένου του και θα επέστρεφε. Προηγουμένως, όμως, θα περνούσε από το Βασιλάδι για να δει μήπως μπορούσε να φανεί χρήσιμος εκεί. Σημείωνε εμφατικά ότι ήλπιζε πως η αλλαγή του τόπου προορισμού του δεν εσήμαινε την εγκατάλειψη των σχεδίων για την εκπόρθηση της Ναυπάκτου, του Ρίου – Αντιρρίου και των Πατρών. Τέλος, εξέφραζε την έμμεση παρότρυνση για την έγκαιρη άφιξη μίας άλλης κανονιοφόρου (πιθανότατα της «Επιχειρήσεως») προκειμένου να καταφέρει το αποφασιστικό κτύπημα στις εχθρικές δυνάμεις στην περιοχή του Κορινθιακού.
Δύο ημέρες μετά, ο Άστιγξ εγκατέλειψε την ασφάλεια της «Καρτερίας» και ηγήθηκε της ελληνικής επιθέσεως, επιβαίνοντας σε ένα μικρό σκάφος (εφόλκιο). Στεκόταν όρθιος και παρότρυνε τους ναύτες του. Δυστυχώς, μία οβίδα έπληξε το σκάφος, φονεύοντας επί τόπου 3 ναύτες. Ο Άστιγξ τραυματίσθηκε μαζί με άλλους είκοσι στρατιώτες. Επρόκειτο μάλλον περί ενός επιπόλαιου τραύματος στον αριστερό βραχίονα. Αρχικώς, μετεφέρθη στο πλοίο, όπου δήλωσε ότι ήλπιζε να επανέλθει στον αγώνα εντός των επομένων 10 ημερών. Σύμφωνα με την «Γενικήν Εφημερίδαν της Ελλάδος», «την 28ην του Απριλίου ο Καπετάν Άστιγξ εξέπλευσε με το ατμοκίνητον την Καρτερίαν εκ του Κορινθιακού κόλπου και την επαύριον υπήγεν εις το στρατόπεδον του Αρχιστρατήγου μετά των περί αυτόν αξιωματικών και των πλοιαρίων, της Καρτερίας αραγμένης έμπροσθεν του Βασιλαδίου δια συμμεθέξη εις νέους αγώνας. Την 3ην Μαΐου ο Καπετάν Άστιγξ εξετέλεσεν ένα σφοδρόν πυροβολισμόν ρακέτων κατά του Ανατολικού και επροξένησεν όχι μικράν βλάβην εις τον εχθρόν». Σημειωτέον ότι η επιχείρηση αυτή δεν ήταν επιτυχής, όπως παρεδέχθη με παρρησία ο ίδιος ο Άστιγξ σε ιδιόχειρη έκθεσή του προς τον Μαυροκορδάτο,  την οποία συνέταξε την επομένη της πραγματοποιήσεώς, όταν ακόμη το τραύμα δεν είχε προκαλέσει επιπλοκές. 
Δυστυχώς, όμως, ο ιατρός του σκάφους είχε μετατεθεί και ο αντικαταστάτης του δεν είχε φθάσει ακόμη. Εκλήθη καθυστερημένα ένας ξένος αρχίατρος, ο οποίος δεν εξετίμησε την βαρύτητα της καταστάσεως. Ο ίδιος ο Βρεταννός αξιωματικός αντελήφθη την πλήρη απουσία ιατρικής περιθάλψεως. Προς τούτο, ανέφερε σε μία αναφορά του προς τον Μαυροκορδάτο (με ημερομηνία 13 / 25 Μαΐου 1828), με την οποία ζητούσε την έγκριση για την προμήθεια τροφίμων για 3 μήνες, «να μη λησμονήσετε παρακαλώ να μας στείλετε και έναν Ιατρόν χειρούργον διότι μας αναγκαιοί εις το πλοίον τώρα (που) είμεθα τόσοι πληγωμένοι και έχομεν ανάγκην από τον χειρούργον του στρατοπέδου». 
Την επομένη, έγινε γνωστός στην κυβέρνηση ο τραυματισμός του Άστιγγος. Ο Καποδίστριας έσπευσε να αποστείλει μία θερμή επιστολή, με την οποία του εξέφραζε την ευγνωμοσύνη της κυβερνήσεως, «της οποίας εφάνη άξιος εκθέσας εις κίνδυνον την ζωήν του υπέρ της Ελλάδος, των συμφερόντων της οποίας εφάνη εξ αρχής του αγώνος υπέρμαχος». Ο κυβερνήτης κατέληγε, σημειώνοντας «αυτής σου της προς την Ελλάδα αφοσιώσεως φέρεις τα έντιμα δείγματα εις το σώμα σου και ανακαλείς εις την μνήμην των ανθρώπων την δόξαν, η οποία προ δύο ετών περιεχύθη εις τα μέρη, όπου ήδη αγωνίζεσαι».  Δυστυχώς, ο Άστιγξ δεν πρόλαβε να παραλάβει την επιστολή του Καποδίστρια. Είχε αποφασισθεί η μεταφορά του στην Ζάκυνθο προκειμένου να γίνει ακρωτηριασμός της χειρός προς αποφυγή της γάγγραινας. Ο ίδιος αντελήφθη ότι το τέλος του πλησίαζε και συνέταξε την διαθήκη του, υποφέροντας από τρομερούς πόνους. Προσεβλήθη από τέτανο και εξέπνευσε εν πλω σε ηλικία 34 ετών, την 20η Μαΐου / 1η Ιουνίου του 1828. 
Ο ύπαρχος Ιωσήφ Φαλάγκας περιέγραψε τις τελευταίες στιγμές του Βρεταννού αξιωματικού σε ανέκδοτη αναφορά του προς τον Μαυροκορδάτο. Αυτή έχει ως εξής :
 
Ελαμπρότατε,
 
Δεν επεθύμουν βέβαια να ευρεθώ εις περίστασιν τοιαύτην ώστε να σας γείνω αποφράδος αγγελίας μηνυτής! Κατά χρέος όμως και με μεγάλην μου λύπην σας αναγγέλω τον θάνατον του γενναιοτάτου ήρωος Πλοιάρχου Χάστιγγος. Η πληγή την οποίαν είχε λάβει κατά την αριστερά χείρα εις την κατά του Ανατολικού προσβολήν περί του οποίου ίσως σας ανέφερε ο ίδιος τον επέφερεν προσβολάς των νευρών σπασμώδεις. Επεσκέπτετο παρά του εις το στρατόπεδον υπηρετούντος χειρούργου Γυέτου και προς επιτυχίαν χειρουργού επιστήμονος ήλθομεν εκ διαταγής του ιδίου εις Ζάκυνθον με το ατμοκίνητον και απεβιβάσθη εις το καθαρτήριον. Ενώ δε οι ιατροί εσυμβουλεύοντο περί του πρακτέου ισχυραί των νεύρων προσβολαί αλληλοδιαδόχως επελθούσαι εστέρησαν της ζωής τον ωφελιμότατον τούτον αξιότιμον Φιλέλληνα κατά την 20ην του ενεστώτος ημέραν Κυριακήν εις τας 8 ώρας μετά το γεύμα μετά δεκαήμερον βάσανον. Θέλω διατηρήσει το σώμα του επί του πλοίου εις πνεύμα οίνου δια να το φέρω εις την Σ. Διοίκησιν και επειδή δεν συγχωρείται το να μείνη το πλοίον εδώ, θέλω αναχωρήσει δια Γλαρέντζαν προς εφόδιον νερού και εκείθεν δια Βασιλάδι όπου θέλω διαμείνει με το πλοίον έως ότου αι διαταγαί της Σ. Διοικήσεως ήθελαν μ’ εγνωσθή : Περί τούτου ανεφέρθην και προς την Αυτού Εξοχότητα τον Κυβερνήτην παρακαλώ όμως την εκλαμπρότητά Σας, όσον το συντομώτερον να μ’ εφοδιάσετε με διαταγάς των πρακτέων προς οδηγίαν μου. Διότι εκτός ότι το πλοίον εστερήθη του πλοιάρχου, στερείται έτι τροφών, πολεμοφοδίων, ανθράκων και λοιπών άλλων ειδών, όσα ίσως η παρουσία του λήξαντος πλοιάρχου ως πρότερον τα ευκόλυνεν εντεύθεν δι’ ιδιαιτέρων μέσων. 
Ζητώ συγγνώμην αν κατ’ αυτήν την στιγμήν ουσιώδες τι παρατρέχεται ελπίζω ακολούθως να σας ιδεάσω εκτεταμένως.
Έχω την τιμήν να είμαι με σέβας βαθύ Δούλος σας ευπειθής ο υποπλοίαρχος του Ελ. Εθν. Πλοίου η Καρτερία.
 
Τη 21 Μαΐου πρωΐ 1828 
Επί της “Καρτερίας” εκ Ζακύνθου
 
                                                                             (υπογρ.) Ιωσήφ Φαλάγκας    
Μετά τον θάνατό του, η σορός του μετεφέρθη στην κανονιοφόρο «Ελβετία», η οποία έφθασε στο Λουτράκι. Από εκεί, μετεφέρθη  δια ξηράς στο Καλαμάκι (υπό τους κανονιοβολισμούς του φρουρίου της Κορίνθου). Στο μέρος αυτό, τοποθετήθηκε στο πλοίο «Αθηνά» και διεκομίσθη στην Αίγινα, όπου τοποθετήθηκε προσωρινώς στην κρύπτη της εκκλησίας του Ορφανοτροφείου Αιγίνης με την φροντίδα του φίλου του Τζωρτζ Φίνλεϋ (George Finlay).  Σημειωτέον ότι η σορός του είχε βαλσαμωθεί. 
Την 18η Φεβρουαρίου 1829, ο κυβερνήτης απηύθυνε σε φίλους του Βρεταννού αξιωματικού μία επιστολή. Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «χρεωστούμεν όμως εις την μνήμην του γενναίου τούτου και εναρέτου προασπιστού της Ελληνικής ανεξαρτησίας, χρεωστούμεν εις ημάς αυτούς το να δώσωμεν εις τους συγχρόνους ξένους και να εγκαταλείπωμεν εις τους απογόνους επίσημον άμα και διαρκές τεκμήριον των τε προς την Ελλάδα ευεργεσιών του ανδρός τούτου και της δικαίας προς αυτόν ευγνωμοσύνης μας… Πολεμική άρα και ναυτική κηδεία ανήκει εις αυτόν κατ’ εξοχήν. Όλα σχεδόν της Ελλάδος τα μέρη αναμιμνήσκοντα πράξιν ηρωϊκήν ή ευεργεσίαν του πλοιάρχου Άστιγγος, είν’ επίσης κατάλληλα εις το να καταστήσωσι την επιτύμβιον τελετήν κατανυκτικωτέραν˙ άλλ’ ως θέατρον αυτού τούτου του ναυτικού, το οποίον χρεωστεί εις αυτόν πολλού λόγου αξίας βελτιώσεις, τεινούσας εις της πατρίδος την υπεράσπισιν, απαιτεί ο Πόρος την κατά ταύτα προτίμησιν».  Ανέφερε δε ότι θα συνόδευε ο ίδιος την σορό από την Αίγινα στον Πόρο. Τέλος, ανέθετε στους φίλους του Βρεταννού αξιωματικού την οργάνωση της κηδείας του, την σύνταξη του προγράμματος και την δημιουργία σχετικού μνημείου. 
Η κηδεία του έγινε με μεγάλες τιμές στον Πόρο, ύστερα από ένα έτος (την 20η Μαΐου 1829). Εκεί, μετεφέρθη η σορός του με την «Καρτερία», στην οποία επέβαινε ο Καποδίστριας. Το σκάφος συνόδευαν τιμητικά και άλλα πλοία. Τον επικήδειο εξεφώνησε ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «απέθανεν… καταλιπών μνήμην ανεπίληστον αφιλοκερδούς φιλελληνισμού, ενδόξων υπέρ ελευθερίας αγώνων και ακεραίου χαρακτήρος». Το πρόγραμμα  είχε κανονισθεί εκ των προτέρων με μεγάλη επιμέλεια και αποτελούσε το πρώτο υπόδειγμα «κανόνων πενθίμου εθιμοτυπίας του ελευθέρου Κράτους».  Το 1861, τα οστά του Άστιγγος μετεκομίσθησαν στο ναύσταθμο του Πόρου, όπου ανεγέρθη μνημείο προς τιμήν του.
Ο Κων. Ράδος έγραψε τα εξής, ολοκληρώνοντας την βιογραφία του Βρεταννού φιλέλληνα αξιωματικού. «Ο Φραγκίσκος Άμπεϋ Άστιγξ υπήρξεν ωραίος και εύσωμος ανήρ, όμως καθ’ ολοκληρίαν νωδός … Δεν ήτο πολύ κοινωνικός, λίαν ευπροσήγορος εν τούτοις και παρά την μεγάλην αυτού αυστηρότητα ηγαπάτο θερμώς και άνευ εξαιρέσεως υπό των ναυτικών και πάντων εν γένει των Ελλήνων».  Ο προαναφερθείς Thomas Gordon ανέφερε χαρακτηριστικά στην βιογραφία του ότι : «εάν υπήρχε κάποιος πραγματικά ανιδιοτελής και χρήσιμος φιλέλληνας, αυτός ήταν ο Άστιγξ. Δεν έλαβε ποτέ του αμοιβή. Ξόδεψε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του για να κρατήσει μάχιμη και δυνατή την “Καρτερία”, το μοναδικό πλοίο του Ελληνικού Ναυτικού που τηρούσε τους κανόνες της ναυτικής πειθαρχίας».
 
 
Ενδεικτική Αρθρογραφία και Βιβλιογραφία
 
1. Θεοδωράτος Ιωαν. Σ., «1827, Άστιγξ, ο θεμελιωτής της μηχανοκίνητης ναυτικής ισχύος κατά την Επανάσταση του 1821», στο περ. ΣΤΡΑΤΟΙ & ΤΑΚΤΙΚΕΣ, τ. 16, σ.σ. 54 – 61.
2. Λιγνάδης Αν., Το πρώτο δάνειον της ανεξαρτησίας Αθήναι : χ.ε., 1970.
3. Ράδος Κων., Φρανκ Άμπεϋ Άστιγξ : έγγραφα και σημειώσεις περί του έργου αυτού εν Ελλάδι. Αθήναι : Ελευθερουδάκης, 1917. 
4. Ράδος Κων., Ο Άστιγξ και το έργο του εν Ελλάδι. Αθήναι : χ.ε., 1928.
5. Φωκάς Δημ., Ο Άστιγξ επί Καποδίστρια : ανέκδοτα έγγραφα και σημειώσεις. Αθήναι : χ.ε., 1947.
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
1. Ο Φράνκ Άμπνεϋ Άστιγξ σε ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).
2. Η ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, στην οποία συμμετείχε ο Άστιγξ, όπως αποδόθηκε στον γνωστό πίνακα του Κων. Βολανάκη.
3. Το μέλος της Φιλικής Εταιρείας Π. Σέκερης.
4. Ο λόγιος Μητροπολίτης Ουγγραβλαχίας Ιγνάτιος.
5. Ο Βρεταννός πολιτικός Τζωρτζ Κάννινγκ (σε πίνακα του Ρ. Έβανς), ο οποίος έδωσε μία άλλη κατεύθυνση στην βρεταννική εξωτερική πολιτική επί του «Ελληνικού Ζητήματος».
6. Ο Ανδρ. Μιαούλης υπό τις διαταγές του οποίου ετέθη ο Άστιγξ.
7. Το ατμοκίνητο πολεμικό σκάφος «Καρτερία» σε λιθογραφία του Karl Krazeisen.
8. Ο Βρεταννός Συνταγματάρχης Τόμας Γκόρντον.
9. «Η Ναυμαχία της Ιτέας», πίνακας του Ιωαν. Πούλακα μεταξύ 1890 - 1900 (Πινακοθήκη Τραπέζης της Ελλάδος). 
10. Ο Σπυρ. Τρικούπης εξεφώνησε τον επικήδειο του Άστιγγος.
11. Η επιτύμβια πλάκα του Άστιγγος στην αγγλικανική εκκλησία του St Paul στην Αθήνα.
12. Ο φίλος του Άστιγγος Τζωρτζ Φίνλεϋ.
 
 
 
     
 
back to top

ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ:

Σπίτι της Κύπρου
Εταιρεία Μελέτης Έργου Ιωάννη Καποδίστρια 
Στις 11/1/2016 υπεγράφη Πρωτόκολλο  Συνεργασίας  μεταξύ των δύο φορέων.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Υπουργείο Εξωτερικών
Ιερά Σύνοδος Εκκλησίας της Ελλάδος
Εθνικό και Καποδιστριακό Παν/μιο Αθηνών)
περισσότερα >>>