TPL_GK_LANG_MOBILE_MENU

A+ A A-

Η ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1821-1831

Η ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1821-1831
 
                                                                 Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος
 
                                                                     Νομικός-Διεθνολόγος
                                                                     Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
 
Η τυπογραφία επινοήθηκε στη Δύση τον 15ο αιώνα και συνετέλεσε αποφασιστικά στην ανάπτυξη και τη συσσώρευση της γνώσης. Παράλληλα, διευκόλυνε τη διάδοση ιδεών που οδήγησαν αφ’ ενός στη μορφοποίηση μεταβολών των κοινωνικών σχέσεων και αφ’ ετέρου στην αφύπνιση των εθνικών κινημάτων. Δυστυχώς, η εμφάνισή της συνέπεσε χρονικά με την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά συνέπεια, ο ελληνισμός δεν κατάφερε να επωφεληθεί από αυτήν μέσω της ιδρύσεως τυπογραφείων στην κοιτίδα του. 
 
Τα ηνία πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων της διασποράς, οι οποίοι -σε συνεργασία με ξένους- προχώρησαν στην έκδοση αρκετών συγγραμμάτων στα ελληνικά. Το πρώτο εξ αυτών τυπώθηκε στη Βενετία από τον Adam von Ambergan, το 1471. Επρόκειτο για τη γραμματική του Μανουήλ Χρυσολωρά, που τυπώθηκε στα ελληνικά και τα λατινικά υπό τον τίτλο «Ερωτήματα». Το πρώτο βιβλίο, που εκδόθηκε μόνον στα ελληνικά, τυπώθηκε στο Μιλάνο από τον Ιταλό Parravicino και κυκλοφόρησε από τον Δημήτριο Δαμιλά. Έφερε δε τον τίτλο «Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών». Λίγα χρόνια, αργότερα, οργανώθηκαν τα πρώτα αμιγώς ελληνικά τυπογραφεία στη Βενετία από Έλληνες καταγόμενους από την Κρήτη. Επρόκειτο για τους Νικόλαο Βλαστό και Ζαχαρία Καλλιέργη.    Επίσης, αξίζει να μνημονευθούν τα ονόματα του Αρσένιου Αποστόλη, του Ιωάννη Γρηγορόπουλου, του Δημητρίου Δούκα, του Ιανού Λάσκαρη, του Μάρκου Μουσούρου και του (Ιταλού) Άλδου Μανούτιου . Το αναγνωστικό κοινό ήταν κυρίως ξένοι επιστήμονες και ανθρωπιστές καθώς και «πεπαιδευμένοι» Έλληνες. Θεματικά, οι πρώτες εκδόσεις αφορούσαν κυρίως έργα της κλασσικής γραμματείας.
Κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα, αυξήθηκε ο αριθμός τόσο των ελληνικής ιδιοκτησίας τυπογραφείων όσο και των ελληνικών βιβλίων, που εξεδόθησαν. Οι σημαντικότεροι εκδότες ήταν (κατά σειρά εμφανίσεως) οι Ανδρέας Κουνάδης, Νικόλαος Σοφιανός, Ιππόλυτος Βάρελης, Εμμανουήλ Γλυζούνης, Νικόλαος Γλυκύς και Νικόλαος Σάρρος. Σταδιακά, η ιταλική χερσόνησος έπαψε να είναι το μόνο εκδοτικό κέντρο, καθώς άρχισε να αναδύεται ο ελληνισμός των παραδουνάβιων ηγεμονιών (Ιάσιο). Επίσης, δημιουργήθηκαν ελληνικές παροικίες σε πόλεις της κεντρικής Ευρώπης (Βιέννη, Λειψία, Τεργέστη), με άμεσο επακόλουθο την ίδρυση τυπογραφείων. Τέλος, πολλοί Έλληνες εστράφησαν προς την ομόδοξη Ρωσσία, η οποία παρουσίαζε πολλές ευκαιρίες για την ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων. Ευάριθμες κοινότητες Ελλήνων εγκαταστάθηκαν σε διάφορες μεγάλες πόλεις της αχανούς τσαρικής επικράτειας (Αγία Πετρούπολη, Μόσχα, Οδησσό) και χρηματοδότησαν την έκδοση συγγραμμάτων στα ελληνικά. 
Ένα από τα γνωστότερα τυπογραφεία ήταν αυτό των αδελφών Μαρκίδη-Πούλιου στη Βιέννη. Σε αυτό, τυπωνόταν, μεταξύ άλλων, η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Αυτή είχε τον τίτλο Εφημερίς και αποτελούσε τη μοναδική πηγή πληροφόρησης των Ελλήνων για τα τεκταινόμενα τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και στο διεθνές γίγνεσθαι από το 1790 έως το 1797. Την περίοδο εκείνη, ο Ρήγας Βελεστινλής τύπωνε σωρεία προπαγανδιστικών φυλλαδίων, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν η διακήρυξη για τα δικαιώματα του ανθρώπου, το «Νέο Πολιτικό Σύνταγμα», ο «Θούριος» και οι χάρτες  . Γενικότερα, κατά τον 18ο αιώνα, η έκδοση βιβλίων στα ελληνικά σημείωσε αλματώδη αύξηση. Στο πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα (1700-1725), εξεδόθησαν 100 περίπου τίτλοι, ενώ στο τελευταία 25 έτη του ιδίου αιώνα (1775-1799) το νούμερο έφθασε τους 700 τίτλους! Ο αριθμός τους δε εξακοντίστηκε στους 1.300, κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του επόμενου αιώνα (1800-1820). Η συντριπτική πλειοψηφία των βιβλίων αυτών είχε εκδοθεί στην Ευρώπη, καθώς ελάχιστα τυπογραφεία λειτουργούσαν στην οθωμανική επικράτεια. Τα τελευταία είχαν κατασκευαστεί στην Ευρώπη, αποσυναρμολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν μέχρι τον τόπο της εγκατάστασής τους. Σημειωτέον ότι τα συγκεκριμένα τυπογραφεία λειτουργούσαν με την οικονομική ενίσχυση διαφόρων χορηγών, καθώς τα βιβλία διατίθονταν δωρεάν. Τα κυριότερα εξ αυτών ευρίσκοντο στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως   και στις Κυδωνίες της Μ. Ασίας. Το τελευταίο είχε εγκατασταθεί από τον Κωνσταντίνο Τόμπρα στον περίβολο της εκκλησίας της Ορφανής Παναγιάς, το 1819. Δυστυχώς, η λειτουργία του διεκόπη βιαίως τον Ιούνιο του 1821, όταν η πόλη πυρπολήθηκε από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια της διετούς λειτουργίας του, τυπώθηκαν 7 βιβλία, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν η δίτομη ελληνική γραμματική του Γρηγορίου Σαράφη και «Αι συμβουλαί προς την θυγατέρα μου» του J. N. Bouilly σε μετάφραση Ευανθίας Καΐρη. 
Ο Τόμπρας διέφυγε την τελευταία στιγμή στα Ψαρά, όπου είχε εγκατασταθεί το πρώτο τυπογραφείο των επαναστατών. Η αναγκαιότητα της λειτουργίας του είχε καταστεί πρόδηλη από τα πρώτα στάδια της Επαναστάσεως προκειμένου να γνωστοποιούνται οι αποφάσεις των ηγετών της αλλά και οι επιτυχίες των ενόπλων σωμάτων κατά των Οθωμανών. Το πιεστήριο αγοράστηκε με δαπάνη του Δημητρίου Υψηλάντη, ο οποίος κατέβηκε στην Ελλάδα από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ως πληρεξούσιος του αδελφού του Αλεξάνδρου. Καθ’ οδόν, σταμάτησε στην Τεργέστη και μερίμνησε για την αγορά του πιεστηρίου (πιθανόν από τη Βενετία), το οποίο και έστειλε στην Ελλάδα μαζί με πολεμικό υλικό. Ακολούθως, αυτό μεταφέρθηκε (συσκευασμένο σε κιβώτια και φορτωμένο σε μουλάρια) στο στρατόπεδο των Βερβαίνων και τελικώς εγκαταστάθηκε στην Καλαμάτα. Εκεί, δεν υπήρχε κάποιος τυπογράφος για να το λειτουργήσει. Τότε, ο ναύαρχος Γιακουμάκης (Ιάκωβος) Τομπάζης θυμήθηκε τον Τόμπρα και έστειλε ένα πλοίο στα Ψαρά για να τον μεταφέρει. Πράγματι, κατά τα τέλη Ιουνίου (ή κατ’ άλλους στις αρχές Ιουλίου), ο Τόμπρας έφθασε στην Πελοπόννησο μαζί με τον ανηψιό και βοηθό του Αναστάσιο Νικολαΐδη. Κατ’ εντολήν του Υψηλάντη, παρέλαβαν το υλικό του τυπογραφείου και πήγαν στην Καλαμάτα, όπου το εγκατέστησαν μέσα σε ένα τζαμί, κοντά στην είσοδο του κάστρου. Λίγο μετά, τυπώθηκε σε αυτό η διακήρυξη του Υψηλάντη υπό τον τίτλο «Προς τους Έλληνας» της 12ης Ιουνίου 1821. Επρόκειτο για το πρώτο έντυπο κείμενο, το οποίο τυπώθηκε σε ελεύθερο ελληνικό έδαφος. Ακολούθησαν οι «Στρατιωτικοί Νόμοι» και ο «Όρκος του στρατιώτου». 
Αργότερα, εξεδόθη και η πρώτη εφημερίδα υπό τον τίτλο Σάλπιγξ Ελληνική. Αυτή αποτελούσε επίσημο όργανο των επαναστατών. Είχε μικρό σχήμα (0,26x0,17 μ) και απαρτιζόταν από 4 σελίδες, η κάθε μία εκ των οποίων χωριζόταν σε δύο στήλες. Στην πρώτη σελίδα αναγραφόταν η φράση «Εν Καλαμάτα έτει α΄ της Ελευθερίας (1821). Εκ της Εθνικής Τυπογραφίας». Δυστυχώς, εξεδόθησαν μόλις τρία φύλλα (την 1η, την 5η και την 20η Αυγούστου),  καθώς επήλθε ρήξη στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη της αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φαρμακίδη  και του Υψηλάντη. Ο πρώτος δεν ανεχόταν τη (δικαιολογημένη λόγω των περιστάσεων) λογοκρισία, που επιθυμούσε να ασκεί ο Υψηλάντης και απεχώρησε. Μετά τον Αύγουστο του 1821, δεν υπήρξε κάποια άλλη έκδοση. Προφανώς, αυτό οφειλόταν στην εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων και στη μετακίνηση του Τόμπρα αρχικώς στην Τρίπολη (που αποτελούσε τη νέα έδρα της κυβερνήσεως) και κατόπιν στο Άργος. Εκεί, ο Τόμπρας ασθένησε σοβαρώς. 
Τον Ιανουάριο του 1822, η κυβέρνηση μετεγκατεστάθη στην Κόρινθο, η οποία είχε προσφάτως απελευθερωθεί. Τον επόμενο μήνα, ήρθε στην πόλη ο Τόμπρας μαζί με το πιεστήριο και τα άλλα εξαρτήματα του τυπογραφείου. Ήταν, όμως, πολύ άρρωστος για να εργαστεί, με αποτέλεσμα να μην εκδοθεί το παραμικρό. Εντούτοις, η σπουδαιότητα της τυπογραφίας είχε γίνει ευρέως αντιληπτή στους κόλπους των επαναστατών. Αυτό διαφαίνεται και από την επιστολή που απέστειλε η Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος προς τον υπουργό Εσωτερικών Ιωάννη Κωλέττη, την 8η Φεβρουαρίου 1822.  Σε αυτήν αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, τα εξής: « Η εξοχότης Σας εγνωρίζει καλώτατα τους λαούς τούτους και ηξεύρει ότι τα έντυπα προξενούσιν ενθουσιασμόν. Ας επιμεληθή, λοιπόν, να δουλεύση ταχέως η τυπογραφία και να μας προφθάνη τας πράξεις της Διοικήσεως εις  πολλά αντίγραφα, ανά πεντήκοντα κόπιες κάθε πράξεως δεν θέλει αρκέσουν δια να ευχαριστήσωμεν όλους εις την εκτεταμένην Δυτικήν Ελλάδα • τώρα μάλιστα εις την αρχήν πρέπει να είναι πλουσιοπάροχαι και ας οδηγηθή κατά τας δυνάμεις της τυπογραφίας». 
Τον Απρίλιο, έφθασε στην Κόρινθο από τη Μασσαλία μία λιοθογραφική τυπογραφική μηχανή, η οποία αποτελούσε δωρεά του Ιωάννη Χατζιμιχαήλ. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, είχε φθάσει στο λιμάνι των Κεχρεών από τη Γαλλία ένα δεύτερο πιεστήριο. Οι απόψεις διΐστανται σχετικά με το όνομα του αγοραστή. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι αυτό αγοράστηκε δαπάναις του Μητροπολίτη Άρτης Ιγνατίου και του ηγεμόνα Ιωάννη Καρατζά, ενώ πολλοί υποστηρίζουν ότι το παρήγγειλε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Η μεταφορά του στην έδρα της κυβερνήσεως έγινε με ένα υδραίϊκο καράβι μέσω Μασσαλίας και Λιβόρνου. Δυστυχώς, δεν υπήρχε κάποιος τυπογράφος για να το χειριστεί. Τελικώς, ανευρέθη ο Ιωάννης Φιλήμονας, ο οποίος είχε κάποιες γνώσεις, καθώς είχε απασχοληθεί στο τυπογραφείο του Πατριαρχείου. Ο Φιλήμονας (με την αρωγή του Νικολαΐδη)   κατάφερε να τυπώσει στο γαλλικό πιεστήριο το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», το οποίο είχε ψηφισθεί από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, την 1η Ιανουαρίου του ιδίου έτους. Ήταν, όμως, προφανές ότι δεν ήταν το κατάλληλο άτομο για τη συγκεκριμένη θέση. Ως εκ τούτου, αμέσως σχεδόν μετά την ανάρρωση του Τόμπρα, ο τελευταίος εκλήθη όπως επανεκδώσει το κείμενο στο πρώτο πιεστήριο. Έκτοτε, το «εθνικό» (όπως είχε αποκληθεί από τον Υψηλάντη) τυπογραφείο προχώρησε στην έκδοση διαφόρων πράξεων, νόμων, κωδίκων και προκηρύξεων της Διοικήσεως (σε 30 μονόφυλλα). Δυστυχώς, όμως, εγκατελείφθη μετά την είσοδο του Δράμαλη στην Κόρινθο (τον Ιούλιο του 1822) κι ενώ ο Τόμπρας ευρίσκετο εκτός πόλεως.
Ευτυχώς, δύο μήνες νωρίτερα, ο Μαυροκορδάτος είχε φύγει για το Μεσολόγγι, παίρνοντας μαζί του και το ένα εκ των δύο πιεστηρίων. Ως εκ τούτου, αυτό διεσώθη. Στο συγκεκριμένο πιεστήριο, τυπώθηκε η εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά, ημιεπίσημο όργανο της Διοικήσεως Δυτικής Ελλάδος. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο πιεστήριο τυπώθηκαν μόνον τα πρώτα 3 φύλλα της εφημερίδος (από την 1η Ιανουαρίου έως την 16η Απριλίου 1822), καθώς αργότερα χρησιμοποιήθηκε ένα αγγλικό, το οποίο είχε φέρει στο Μεσολόγγι ένας φίλος του Λόρδου Βύρωνα.  Εκδότης και διευθυντής σύνταξης των Ελληνικών Χρονικών ήταν ο Ελβετός Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ. Στην επικεφαλίδα εικονιζόταν η Θέμιδα να κρατεί πλάστιγγα και υπήρχε η επιγραφή: «Η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δικαιοσύνης». Η εφημερίδα κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα και η συνδρομή για τρεις μήνες στοίχιζε έξι τάλιρα Ισπανίας. Στην έκδοσή της απησχολούντο 3 έως 5 άτομα με επικεφαλής τον Δημήτριο Μεσθενέα. Αν και σύντομα δημιουργήθηκαν τριβές μεταξύ του Μαυροκορδάτου και του Μάγερ, τα Ελληνικά Χρονικά συνέχισαν την έκδοσή τους ακόμη και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως, φθάνοντας τα 266 φύλλα. Στο προαναφερθέν γαλλικό πιεστήριο τυπώθηκαν αρκετά φυλλάδια και προκηρύξεις, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν η εγκύκλιος για τις εκδηλώσεις εις μνήμη του προσφάτως θανόντος Λόρδου Βύρωνος, ο επιθανάτιος λόγος του Σπυρίδωνος Τρικούπη και ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού. Η λειτουργία της εφημερίδος σταμάτησε την 20η Φεβρουαρίου 1826, όταν τουρκική βόμβα κατέστρεψε το τυπογραφείο. Ο Μάγερ σκοτώθηκε λίγο αργότερα, κατά την έξοδο του Μεσολογγίου.
Στην Ύδρα, ο Ναύαρχος Τομπάζης είχε την ιδέα της δημιουργίας ενός τυπογραφείου. Προς τούτο, ενθάρρυνε τον Ελβετό ωρολογοποιό Βαζέρ στην κατασκευή ενός αυτοσχέδιου τυπογραφείου, στο οποίο άρχισε να τυπώνεται η εφημερίδα Ο φίλος του Νόμου, την 10η Μαρτίου 1824. Σύντομα, αυτή κατέστη το επίσημο έντυπο της Διοικήσεως.   Μάλιστα, η κυβέρνηση έθεσε στη διάθεση του εκδότη της ένα γαλλικό πιεστήριο, το οποίο είχε φθάσει στο νησί στις αρχές του ιδίου έτους. Αυτό ήταν δωρεά του γραμματέως του Φιλελληνικού Κομιτάτου των Παρισίων Διδότου,   ο οποίος ήταν μέλος γνωστής οικογενείας τυπογράφων και εκδοτών. Σημειωτέον ότι τη χρηματοδότησή της ανέλαβαν οι αδελφοί Γεώργιος και Λάζαρος Κουντουριώτης, οι οποίοι επηρέαζαν εξ αρχής την πολιτική «γραμμή» του εντύπου, σε μία περίοδο έξαρσης των πολιτικών παθών καθώς είχε ξεσπάσει ο α΄ εμφύλιος πόλεμος.   Πολλά άρθρα της εφημερίδος προκάλεσαν αντιδράσεις και το Βουλευτικό απεφάσισε τη μεταφορά του τυπογραφείου στο Ναύπλιο, όπου ήταν η έδρα της Διοικήσεως. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης υπέγραψε την απόφαση ως πρόεδρος του Εκτελεστικού αλλά μυστικά συνέταξε μία επιστολή προς τον αδελφό του Λάζαρο, με την οποία τον καλούσε να αγνοήσει την απόφαση και να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να παραμείνει το τυπογραφείο στην Ύδρα! Εκδότης και διευθυντής σύνταξης της εφημερίδος ήταν ο Ιταλός Ιωσήφ Κιάππε, ο οποίος έγραφε σε αρχαΐζουσα και «δυσνόητη» γλώσσα προκειμένου να αποφύγει την αυστηρή λογοκρισία του Λάζαρου Κουντουριώτη. Σημειωτέον ότι έως τότε ο Κιάππε ασχολείτο με τη διδασκαλία ξένων γλωσσών και ήταν ο γραμματέας της κοινότητος! Ο φίλος του Νόμου εξεδόθη σε 296 φύλλα έως την 27η Μαΐου 1827. Στο νησί, κυκλοφόρησε και η γαλλόφωνη εφημερίδα L’ abeille grecque με συντάκτη τον Κιάππε. Στο προαναφερθέν γαλλικό πιεστήριο, τυπώθηκαν, μεταξύ άλλων, το προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδος, όπως είχε αναθεωρηθεί στο Άστρος («Νόμος της Επιδαύρου») και το «Απάνθισμα των Εγκληματικών της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως». Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο τυπογραφείο εργάστηκαν διαδοχικά οι Τόμπρας (1824-25), Ν. Βαρότσης (1826), Π. Δημίδης (1826-27), Α. Αλχυμπάρης (1827) και ο Π. Κ. Παντελής (1827).  
Την αυτή χρονιά, εξεδόθησαν και δύο άλλες εφημερίδες: ο Telegrafo Greco (στο Μεσολόγγι) και η Εφημερίς των Αθηνών (στην Αθήνα). Η πρώτη εφημερίδα ήταν εβδομαδιαία και η τιμή της ορίστηκε σε έξι τάλιρα Ισπανίας για συνδρομή τεσσάρων μηνών. Εκδότης ήταν ο Ιταλός Κόμης Pietro Gamba και απευθυνόταν κυρίως στους ξένους. Προς τούτο γραφόταν σε τρεις γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Η δεύτερη εφημερίδα εξεδόθη υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Ψύλλα. Το πρώτο φύλλο τυπώθηκε στη Σαλαμίνα και τα υπόλοιπα στην Αθήνα. Ο Ψύλλας χρησιμοποίησε ένα μηχάνημα, το οποίο είχε αποστείλει ο Συνταγματάρχης Στάνχωπ.   Επιθυμία του Βρεταννού αξιωματικού ήταν η έκδοση μίας ανεξάρτητης πολιτικής εφημερίδας. Η κυβέρνηση επεδίωξε να αναλάβει τη διεύθυνση του εντύπου ο Φαρμακίδης αλλά ο Στάνχωπ επέλεξε τον Ψύλλα. Συνολικά, κυκλοφόρησαν 142 φύλλα έως την κατάληψη των Αθηνών από τον Κιουταχή. Τότε, διεκόπη αναγκαστικά η έκδοσή της. Η συγκεκριμένη εφημερίδα εξυπηρέτησε τις περιφερειακές και τοπικές ανάγκες της ανατολικής Στερεάς και της Αττικής. Ενίοτε, ο Ψύλλας κατάφερνε να ξεφύγει από τον έλεγχο των πολιτικών Αρχών και να δημοσιεύσει αξιόλογα άρθρα για την παιδεία  και την ελευθεροτυπία.
Το έτος εκείνο (δηλ. το 1824), ο Κωνσταντίνος Δημίδης   (από τις Κυδωνίες) έφτιαξε ένα αυτοσχέδιο τυπογραφείο, το οποίο εγκατέστησε στα Ψαρά. Σε αυτό, τυπώθηκαν προκηρύξεις και ναυτικά διπλώματα, ενώ ο φιλόδοξος Δημίδης ευελπιστούσε να εκδώσει και μία εφημερίδα. Μάλιστα, ο Συνταγματάρχης Στάνχωπ είχε στείλει στο νησί και ένα λιθογραφείο.   Δυστυχώς, η ολοκληρωτική καταστροφή της νήσου από τον τουρκικό στόλο (τον Ιούνιο του 1824) ματαίωσε πλήρως το εγχείρημα. Τέλος, δύο Έλληνες κάτοικοι της Βιέννης (οι Π. Βλαστός και Θ. Μανούσης) απεπειράθησαν να στείλουν ένα λιθογραφείο στους επαναστατημένους συμπατριώτες τους. Δυστυχώς, οι ενέργειές τους υπέπεσαν στην αντίληψη της αυστριακής Αστυνομίας, η οποία το κατέσχεσε.
Το 1825, συγκροτήθηκε η «Τυπογραφία της Διοικήσεως» στο Ναύπλιο, όπου είχε εγκατασταθεί το Βουλευτικό σώμα. Την 5η Φεβρουαρίου, ο Πατρίκιος διορίστηκε διευθυντής και πρώτος στοιχειοθέτης με διάταγμα του Εκτελεστικού σώματος. Φυσικά, η επιλογή του ήταν αποτέλεσμα των παρασκηνιακών ενεργειών του Μαυροκορδάτου. Δύο μήνες αργότερα, το Βουλευτικό σώμα πρότεινε τον διορισμό του Τόμπρα στη θέση του πρώτου τυπογράφου. Η πρόταση απερρίφθη από το Εκτελεστικό και η διαφωνία εξέλαβε μεγάλες διαστάσεις. Ο Κιάππε υπέβαλε μία συμβιβαστική πρόταση, η οποία συνίστατο στη σύσταση δύο τυπογραφιών προκειμένου να… βολευτούν και οι δύο υποψήφιοι. Η πρόταση αυτή δεν είχε καμμία τύχη. Τελικώς, το τυπογραφείο στεγάστηκε στην οικία του Απόστολου Σμυρναίου και άρχισε να εκδίδει πράξεις της Διοικήσεως και φυλλάδια. Αργότερα, εξέδωσε τη διαταγή της γενικής αμνηστίας (και τον περί αυτής λόγο του Τρικούπη), την έκκληση προς τους Έλληνες ναυτικούς να αποκλείσουν τις θαλάσσιες οδούς ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του Ιμπραήμ καθώς και τα Ηπειρωτικά παράλια και τέλος την προκήρυξη κατατάξεως στον τακτικό στρατό, που συγκροτούσε ο Φαβιέρος. 
Λίγους μήνες αργότερα, συνεστήθησαν επισήμως τυπογραφείο και εφημερίδα της κυβερνήσεως (με το υπ’ αριθμόν 12737 διάταγμα του Εκτελεστικού σώματος). Ο Φαρμακίδης κατέλαβε τη θέση του εφημεριδογράφου της Διοικήσεως. Την 30η Σεπτεμβρίου, ο Φαρμακίδης γνωστοποίησε (δια προκηρύξεως) την ίδρυση της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος  και καθόρισε το περιεχόμενό της. Είχε 4 φύλλα και εκδιδόταν δύο φορές την εβδομάδα. Αξιοσημείωτη ήταν η συνεχής αρίθμηση των σελίδων κατ’ έτος. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Καποδίστρια, σε πολλά φύλλα προστίθονταν και παραρτήματα. Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε την 7η Οκτωβρίου. Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος διανεμόταν μόνον σε εγγεγραμμένους συνδρομητές, οι οποίοι κατέβαλαν έξι ισπανικά τάλιρα κάθε εξάμηνο. Μάλιστα, είχε και αντιπροσώπους στα Επτάνησα (Ζάκυνθο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά) και στη Σύρο, μέσω των οποίων προσήγγιζε το τοπικό αναγνωστικό κοινό.  Μολαταύτα, τα έξοδα υπερέβαιναν κατά πολύ τα έσοδα. Προς τούτο, το Βουλευτικό απεφάσισε την υποχρεωτική εγγραφή ως συνδρομητών όλων των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, οι οποίοι αμοίβονταν με περισσότερα από 200 γρόσια μηνιαίως. Το οικονομικό πρόβλημα, όμως, συνέχισε να υφίσταται με αποτέλεσμα οι ελάχιστοι εργαζόμενοι να παίρνουν τα δεδουλευμένα με σημαντική καθυστέρηση. Η κατάσταση αυτή προκάλεσε το ξέσπασμα μίας απεργίας (την 14η Μαρτίου 1826), η οποία ήταν η πρώτη στον χώρο του Τύπου στον ελλαδικό χώρο.   Οι περισσότεροι εκ των απεργών απελύθησαν και ο Τόμπρας οδηγήθηκε στη φυλακή, κατ΄ ουσίαν λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου του στα γεγονότα.  
Την ίδια περίπου περίοδο, ξέσπασε και μία σοβαρή κρίση στην κορυφή της εφημερίδος. Ήταν γνωστό ότι Φαρμακίδης διέθετε ανεξάρτητο χαρακτήρα και δεν θα δεχόταν παρεμβάσεις στο έργο του (όπως είχε αποδείξει και η θητεία του στην εφημερίδα Σάλπιγξ Ελληνική). Εντούτοις, η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος ήταν μία ξεχωριστή περίπτωση, καθώς αποτελούσε επίσημο όργανο της Διοικήσεως και δεν ήταν νοητή η δημοσίευση ούτε καν υπαινιγμού εις βάρος της κυβερνήσεως. Ο Φαρμακίδης δεν είχε αντιληφθεί την περιορισμένη ελευθερία κινήσεων, που εκ των πραγμάτων είχε. Αυτό έμελλε να το συνειδητοποιήσει (και μάλιστα με οδυνηρό για τον ίδιο τρόπο) όταν εδέχθη τη δημοσίευση του πρώτου μέρους μίας ανώνυμης επιστολής  , το περιεχόμενο της οποίας ήταν επικριτικό τόσο για το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό όσο και για τους πληρεξουσίους της Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως. Προεκλήθη σάλος και το βάρος της ευθύνης έπεσε στους ώμους του Φαρμακίδη. Ελήφθη, λοιπόν, η απόφαση της απόλυσής του. Η γνωστοποίηση του αποφάσεως αυτής προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και την κατάθεση έγγραφης διαμαρτυρίας από τρεις βουλευτές με επικεφαλής τον Τρικούπη. Μάλιστα, η διαμαρτυρία δημοσιεύθηκε στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας. Οι αντιδράσεις έφεραν αποτέλεσμα και η απόφαση ουδέποτε εφαρμόστηκε. Ως εκ τούτου, ο Φαρμακίδης παρέμεινε στη θέση του, η οποία, όμως, κατέστη επισφαλής. Τελικώς, παραιτήθηκε τον Ιούνιο του 1827 και στο πόστο του διορίστηκε ο Πατρίκιος. Αν και προεκλήθη νέα κρίση, το τυπογραφείο εξεπλήρωσε στο ακέραιο τον ρόλο του καθ’ όλη την περίοδο έως την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα, εκδίδοντας διάφορα κείμενα, περισσότερα 125 μονόφυλλα και 18 βιβλία διοικητικού, εκπαιδευτικού, νομικού και πολιτικού περιεχομένου. 
Την 2α Απριλίου 1827, ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη κυβερνήτης της χώρας από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Επίσης, ορίστηκε μία επιτροπή , η οποία θα ασκούσε την εξουσία μέχρι την άφιξη του νέου κυβερνήτη. Η επιλογή του Καποδίστρια απετέλεσε την κατάλληλη πρόφαση  για τον Φαρμακίδη προκειμένου να παραιτηθεί «αμετάκλητα», όπως ο ίδιος τόνισε, της θέσεώς του. Μάλιστα, την ημέρα που υπέβαλε την παραίτησή του (4η Ιουνίου) έσπευσε να δημοσιεύσει στην εφημερίδα έναν απολογισμό του έργου του. Στη θέση του τοποθετήθηκε ο Γ. Χρυσίδης, ο οποίος θα είχε υπό την επιστασία του και «την Τυπογραφία της Κυβερνήσεως». Η συγκεκριμένη ονομασία αντικατέστησε την έως τότε ισχύουσα «Τυπογραφία της Διοικήσεως» Εντούτοις, η άμεση διεύθυνση της τυπογραφίας παρέμεινε υπό τον έλεγχο του Πατρικίου. Σύντομα, κατέστη φανερή η διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο ανδρών και η κυβέρνηση (δηλαδή η επιτροπή που ανεπλήρωνε τον Καποδίστρια έως την άφιξή του) πρότεινε την αντικατάσταση του Χρυσίδη από τον Μεσθενέα. Η πρόταση αυτή συνάντησε την ισχυρή αντίδραση της Βουλής και δεν τελεσφόρησε. Αντιθέτως, συνεκροτήθη μία διαρκής κοινοβουλευτική επιτροπή, τα μέλη της οποίας θα επόπτευαν την «Εθνική Τυπογραφία». Αν και αντιμετώπιζε ποικίλες δυσκολίες κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, η κρατική τυπογραφία κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να αντεπεξέλθει στον ρόλο της. Εξέδωσε το «Πολιτικόν Σύνταγμα» της Τροιζήνας, τον «Κώδικα των Ψηφισμάτων», το «Σάλπισμα Πολεμιστήριον» του Δ. Γουζέλη και ένα πολιτικό φυλλάδιο του Σπ. Βαλέττα υπό τον τίτλο «Επτά πληγαί της Ελλάδος εις επτά διαλόγους δίχως Ρω». Επιπλέον, κυκλοφόρησε διάφορα μονόφυλλα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι διαταγές των αρχηγών του Στρατού και του Ναυτικού Σερ Ρίτσαρντ Τσώρτς και Κόμητος Τόμας-Αλεξάντερ Κόχραν, η διακήρυξη για την άφιξη του Καποδίστρια, καθώς και η αναγγελία της τελέσεως μνημοσύνου για τον Γεωργ. Καραϊσκάκη και η επιτάφια ομιλία του Γ. Α. Ναύτη.    
Η ανάληψη της εξουσίας από τον Καποδίστρια σηματοδότησε την έναρξη μίας νέας εποχής για την Ελλάδα. Ο κυβερνήτης κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την οργάνωση της διοικήσεως επί ευρωπαϊκών προτύπων. Η νέα κατάσταση δημιούργησε μεγαλύτερες ανάγκες έντυπου υλικού και καινούριες συνθήκες παιδείας, που διευκόλυναν την ανάπτυξη της τυπογραφίας. Ως εκ τούτου, η αναδιοργάνωση της κρατικής τυπογραφίας κατέστη βασική προτεραιότητά του και συνέστησε μία επιτροπή, η οποία θα του υπέβαλε συγκεκριμένες προτάσεις. Ένα από τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν ήταν ο περιορισμός των καθηκόντων του Χρυσίδη, ο οποίος ανέλαβε μόνον τη σύνταξη της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος. Προϊστάμενος του τυπογραφείου ανέλαβε ο Γωργ. Αποστολίδης-Κοσμητής με αντικαταστάτη τον Πατρίκιο. Η οικονομική διαχείριση ανετέθη σε μία επιτροπή, η οποία έθεσε τις βάσεις για τον εξορθολογισμό των οικονομικών της υπηρεσίας. Τον Οκτώβριο του 1829, η επιστασία του τυπογραφείου ανετέθη στον Ανδρέα Μουστοξύδη. Επίσης, συνεστήθη ένα γαλλικό τμήμα στην Αίγινα εν όψει της εκδόσεως ενός φύλλου στα γαλλικά. Έως τότε κυκλοφορούσαν η L’ abeille grecque και η Courrier d’ Orient. Η τελευταία είχε εκδοθεί στην Πάτρα, μετά την άφιξη των γαλλικών στρατευμάτων (υπό τον Στρατηγό Νικολά-Ζοζέφ Μαιζόν) στην περιοχή.   Διευθυντής σύνταξης ήταν ο Γάλλος Raybaud. Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε την 6η Δεκεμβρίου. Σύντομα, όμως, το τυπογραφείο μετεφέρθη στην Αίγινα, όπου ήταν η έδρα της κυβερνήσεως. Ως εκ τούτου, η εφημερίδα συνέχισε την έκδοσή της από εκεί από το φύλλο της 12ης / 19ης Μαΐου 1829. Τον Νοέμβριο του 1829, εξεδόθη η εφημερίδα Le courrier de la Grèce.
Τον προσεχή Ιανουάριο, ορισμένοι τυπογράφοι μετακινήθηκαν στο Ναύπλιο προκειμένου να συγκροτήσουν ένα παράρτημα του τυπογραφείου, κοντά στην έδρα της κυβέρνησης. Ο Μουστοξύδης πρότεινε την ενίσχυσή του και την ανάληψη της εποπτείας του από τον Πατρίκιο. Η πρότασή του δεν έγινε αποδεκτή καθώς ο Καποδίστριας απεφάσισε τη μεταφορά όλου του τυπογραφείου στο Ναύπλιο, που ήταν η πρωτεύουσα της Ελλάδος. Κατά συνέπεια, άλλαξε και η έδρα της Γενικής Εφημερίδος. Σημειωτέον ότι είχε ήδη τροποποιηθεί το λογότυπό της και είχε αναγραφεί η τιμή συνδρομής στο δεξιό άκρο της πρώτης σελίδος. Αν και κατεβλήθησαν σύντονες προσπάθειες αναβαθμίσεως του τυπογραφείου του Ναυπλίου, η παραμονή ενός σημαντικού μέρους του εξοπλισμού στην Αίγινα δημιούργησε σοβαρά προβλήματα. Μάλιστα, παρουσιάστηκε το παράδοξο της εκδόσεως της φιλολογικής και επιστημονικής εφημερίδος Αιγηναία (υπό τον Γ. Αποστολίδη) με την ένδειξη «εκ της εν Αιγίνη Εθνικής Τυπογραφίας», η οποία κυκλοφορούσε παράλληλα με τη Γενική Εφημερίδα. Η τελευταία εκδιδόταν στο Ναύπλιο «εν τη Εθνική Τυπογραφία», όπως ανέφερε! Το τυπογραφείο της Αίγινας τύπωσε 40 περίπου βιβλία ποικίλης ύλης, 2 βιβλία με τα Πρακτικά των Εθνοσυνελεύσεων, 5 με νομικά κείμενα και δικαστικούς κώδικες, 10 για σχολική χρήση και 4 βιβλία για την αλληλοδιδακτική μέθοδο και την οργάνωση της στρατιωτικής σχολής. Αντιστοίχως, το «παράρτημα» της Εθνικής Τυπογραφίας στο Ναύπλιο ασχολήθηκε κυρίως με την εκτύπωση της Γενικής Εφημερίδος, κατά την περίοδο εκείνη.   Εντούτοις, στην πόλη αυτή ανεπτύχθη και η ιδιωτική τυπογραφία με πρωτοβουλία κυρίως του Τόμπρα και του Κων. Δημίδη. Ο πρώτος συμμετείχε στην έκδοση της «Συλλογής μαθημάτων ελληνικών εκ διαφόρων συγγραφέων συλλεχθέντων χάριν της νεολαίας παρά Κωνσταντίνου Κυριαζίδου Τόμπρα», ενώ ο δεύτερος τύπωσε 2 βιβλία υπό τους τίτλους «Αριθμητική» (του Διον. Πύρρου) και «Περίληψις του Ευαγγελίου» (του Νεοφ. Νικητόπουλου), το 1828. Αργότερα, συνεργάστηκε με το τυπογραφείο του Εμμ. Αντωνιάδη, στο οποίο τυπώθηκαν, μεταξύ άλλων και οι εφημερίδες Ηώς (1830-31) και Αθηνά (1832-34). Η ιδιωτική τυπογραφία στην Αίγινα περιορίστηκε στην έκδοση της εφημερίδος Ανεξάρτητος και στην εκτύπωση 4 συγγραμμάτων. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η έκδοση δύο βιβλίων στη Σύρο, το 1828.   Δυστυχώς, δεν είναι γνωστό το όνομα του τυπογραφείου, στο οποίο αυτά εκδόθηκαν.  
Την 27η Σεπτεμβρίου 1831, δολοφονήθηκε ο κυβερνήτης. Το γεγονός προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση. Η Γενική Εφημερίδα κυκλοφόρησε με ένα μαύρο περίγραμμα σε κάθε σελίδα, εκτός αυτών του παραρτήματος. Το περίγραμμα αυτό διατηρήθηκε κατά το προσεχές εξάμηνο. Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, η χώρα είχε περιπέσει στη δίνη του εμφύλιου σπαραγμού, ο οποίος είχε αντίκτυπο και στον χώρο του τυπογραφείου. Ο Χρυσίδης αντικαταστάθηκε από τον Ηπειρώτη λόγιο Ιωάννη Γαλιάτσα, την 15η Δεκεμβρίου 1831. Ο τελευταίος παρέμεινε στη θέση αυτή έως την 23η Μαρτίου του επομένου έτους, όταν η Γενική Εφημερίδα διέκοψε σιωπηρώς τη λειτουργία της. Σημειωτέον ότι κατά την ημέρα εκείνη, τα αντικαποδιστριακά στρατεύματα εισήλθαν στο Ναύπλιο, καταλύοντας το καθεστώς του αδελφού του δολοφονηθέντος κυβερνήτη, Αυγουστίνου (Καποδίστρια). 
 
 
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
 
1. Βουτσινάκης Ευαγγ., Εθνικό τυπογραφείο (1833-2003). Αθήνα: Εθνικό τυπογραφείο, 2003.
2. Κουμαριανού Αικ., Ο ελληνικός προεπαναστατικός Τύπος: Βιέννη-Παρίσι (1784-1821). Αθήνα: Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, 1995.
3. Λάμπρου Π., Περί της αρχής και προόδου της τυπογραφίας εν Ελλάδι. Αθήναι : Εταιρεία των Φίλων του Λαού, 1999.
4. Μπώκος Γ., Τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στο χώρο της «καθ’ ημάς Ανατολής» (1627-1827). Αθήνα: χ.ε., 1986.
5. Στάϊκος Κων. – Σκλαβενίτης Τριαντ., Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης του νέου ελληνισμού (1499-1999). Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων, 2000.  
 
back to top

ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ:

Σπίτι της Κύπρου
Εταιρεία Μελέτης Έργου Ιωάννη Καποδίστρια 
Στις 11/1/2016 υπεγράφη Πρωτόκολλο  Συνεργασίας  μεταξύ των δύο φορέων.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Υπουργείο Εξωτερικών
Ιερά Σύνοδος Εκκλησίας της Ελλάδος
Εθνικό και Καποδιστριακό Παν/μιο Αθηνών)
περισσότερα >>>